Wildlife Conservation Actions


The wolf is the largest member of the family Canidae, and is characterised by a high level of intelligence and well-developed social organisation. It acquired its present form one and a half million years ago. The colour of the Mediterranean wolf is predominantly brown and grey. It weighs 20–40 kilos and has a lifespan of 8–16 years.

The wolf is a carnivore and feeds mainly on wild herbivorous animals (ungulates) when these exist in sufficient numbers. But when its usual prey is unavailable or very scarce, the highly adaptable wolf turns to smaller vertebrates, livestock, or even anthropogenic sources of food, such as garbage or dead animals. The wolf has become an efficient hunter, even of animals much larger than itself, by developing co-operative methods in the pack, which are based on a strict and fixed social hierarchy. One characteristic common to wolf populations all over the world is their social organisation in groups or packs, both large and small. Usually, only one pair of wolves in the pack reproduces, the dominant pair.

The structure of its body and its hunting skills are adapted to enable it to immobilise its prey easily. It has a large head and powerful jaws (with a bite twice as strong as a dog’s), a narrow chest, long legs, and a light skeleton, enabling it to cover long distances and make its way through snow easily. Wolves have tremendous stamina, running or walking fast for eight to ten hours a day and covering many kilometres in the process.

Wolves use all their senses to locate and track down their prey. They can see moving objects over a long distance and their night vision is good. Their most highly developed senses are hearing and smell. Their nasal cavity is fourteen times greater, proportionately, than humans’.

Wolves communicate with each other with a variety of sounds, though they reveal their moods and intentions mainly through facial expressions and specific body postures. When they are very far apart, they communicate by howling: they can hear each other howling up to ten kilometres away. The members of a pack howl in order to locate one another, but also to drive an intruder from another pack out of their territory.

Each pack moves within a strictly defined area, its territory, which the dominant male marks out by urinating around the perimeter.

The nucleus of the pack is the dominant reproductive pair, which may stay together all their lives. The wolf reaches reproductive maturity at 22 months. The female produces a litter of 3–7 cubs once a year, in spring, after a pregnancy of about 63 days. While she is suckling them, the male feeds her. When they are weaned, the cubs are fed on food regurgitated by the adult members of the pack. Other pack-members, apart from the parents, help to rear the cubs, bringing them food and protecting them. Young wolves who are going to leave the pack start to do so at the age of about one year, gradually moving out of the area in which they were born in search of territory of their own.



Όσφρηση: η όσφρηση είναι η ισχυρότερη αίσθηση του λύκου. Οι λύκοι μπορούν να εντοπίσουν το θήραμά τους σε απόσταση 3 χιλιομέτρων μόνο από τη μυρωδιά.

Ακοή: η ακοή τους είναι επίσης ένα από τα δυνατά τους σημεία. Αντιλαμβάνονται ήχους σε ευρύ φάσμα συχνοτήτων από 250 Hz ως 30.000 Hz

Οι λύκοι μπορούν να επικοινωνούν και να ακούν ο ένας τον άλλον ακόμη και όταν ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται απόλυτη σιωπή.

Όραση: Αν και η όραση δεν είναι από τα πιο δυνατά τους σημεία, οι λύκοι βλέπουν αρκετά καλά και με τη βοήθεια των δύο ισχυρών αισθήσεων τους μπορούν να εντοπίσουν τα θηράματά τους αλλά και να αποφύγουν τους κινδύνους.

Η βιολογία του λύκου

Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι βασικότερες παράμετροι της βιολογίας του είδους.


Μέγιστη Διάρκεια Ζωής

~10 έτη

Ηλικία σεξουαλικής ωρίμανσης

22 μήνες

Αναπαραγωγικό μεσοδιάστημα

1 έτος . Οι απόγονοι παραμένουν με τη μητέρα τους και την υπόλοιπη αγέλη κατά μέσο όρο, για διάστημα 1-2 ετών ή και περισσότερο. Στη συνέχεια παρατηρείται διασπορά των νεαρών ατόμων.


Διάρκεια κυοφορίας


63 ημέρες Οι περισσότερες γέννες γίνονται κατά τη διάρκεια των μηνών Απριλίου-Μαΐου (εμφύτευση γονιμοποιημένου ωαρίου: άμεση).

Επιλογή Βιοτόπου

Ημιορεινές και ορεινές περιοχές με επάρκεια τροφικών πηγών (κτηνοτροφικά ζώα, σκουπιδότοποι, θέσεις απόθεσης νεκρών ζώων). Απαιτείται η παρουσία πυκνών δασωμένων περιοχών με μόνιμη παροχή νερού για φωλεοποίηση και αναπαραγωγή (Ελλάδα).

Τροφικές Συνήθειες Σαρκοφάγο: Κτηνοτροφικά ζώα, περιστασιακά άγρια οπληφόρα, πτώματα. Περιστασιακά σαρκώδεις καρποί.


Αναλογία πληθυσμού


Ενήλικα: 33%, 1-2 ετών 33%, 0-1: 33%.


Ενήλικα: 10-20%, 1-2 ετών 20-30%, 0-1: 40-50%, εξαρτώμενη από την περιοχή. 




Η σεξουαλική ωρίμανση του λύκου επέρχεται σε ηλικία 22 μηνών, σπανιότερα δε και νωρίτερα (σε περιπτώσεις μεγάλης αφθονίας τροφής). Ο λύκος αναπαράγεται μια φορά κάθε χρόνο. Το ζευγάρωμα γίνεται συνήθως τους μήνες από τον Ιανουάριο έως και το Μάρτιο. Την περίοδο αυτή το αρσενικό αναπαραγωγικό άτομο της αγέλης εντείνει την επιτήρηση της επικράτειας αφήνοντας περισσότερα σημάδια στην περιφέρειά της σε σχέση με τις υπόλοιπες εποχές.

Η έναρξη του οίστρου στους λύκους ορίζεται αποκλειστικά από τη φωτοπερίοδο. Σε αντίθεση με τα αρσενικά σκυλιά που εν δυνάμει μπορούν να ζευγαρώσουν δύο φορές το χρόνο και οποιαδήποτε εποχή, ο αρσενικός λύκος καθίσταται ικανός για γονιμοποίηση μόνο την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου. Την περίοδο αυτή η έκκριση τεστοστερόνης φτάνει σε υψηλά επίπεδα σε αντίθεση με την περίοδο άνοιξης-καλοκαιριού.

Στην περίπτωση που στην αγέλη υπάρχουν παραπάνω από δυο ενήλικα και ικανά για αναπαραγωγή θηλυκά, μόνο το ένα από αυτά ζευγαρώνει αν και σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί ζευγαρώσουν και δυο μέσα στην ίδια αγέλη.

Η περίοδος εγκυμοσύνης διαρκεί 60-65 ημέρες. Δυο εβδομάδες πριν τη γέννα η λύκαινα προετοιμάζει τη φωλιά η οποία βρίσκεται συνηθέστερα σε περιοχές με τη μέγιστη δυνατή δασοκάλυψη και χαμηλή όχληση από ανθρώπινες δραστηριότητες και πάντα σε κοντινή απόσταση από μόνιμη παροχή νερού. Η φωλιά βρίσκεται συνήθως σε φυσική κοιλότητα ή σκάβεται από το θηλυκό λύκο σε μαλακό υπόστρωμα.

Στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί φωλιές αρκετά κοντά σε χωριά και σε αποστάσεις 1- 2 χιλιομέτρων από αυτά. Το γεγονός αυτό συνδέεται με διαθεσιμότητα τροφής που είναι μεγαλύτερη κοντά σε ανθρώπινους οικισμούς.

Τα λυκάκια γεννιόνται τυφλά και κουφά. Ανοίγουν τα μάτια τους στις δυο περίπου εβδομάδες. Θηλάζουν για περίπου 9 εβδομάδες ή και περισσότερο. Τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους παραμένουν πάντα κοντά στη φωλιά και στη συνέχεια αρχίζουν και απομακρύνονται από αυτή σε αποστάσεις λίγων εκατοντάδων μέτρων. Αν υπάρξει σοβαρή όχληση κοντά στη φωλιά από ανθρώπινες δραστηριότητες, η λύκαινα μεταφέρει τα λυκάκια σε εφεδρική φωλιά.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού τα λυκάκια ακολουθούν τα υπόλοιπα μέλη της αγέλης σε συγκεκριμένες θέσεις, συνήθως σε μικρά ξέφωτα κοντά σε πηγή νερού με πυκνή βλάστηση, ώστε να παραμείνουν ασφαλή όταν τα ενήλικα άτομα λείπουν προς εξεύρεση τροφής. Οι θέσεις αυτές αναφέρονται στη βιβλιογραφία ως rendezvous sites , αφού εκεί συναντιέται όλη η αγέλη, και αποτελούν το κέντρο της δραστηριότητάς της την εποχή αυτή. Συνηθέστερα, μαζί με τα λυκάκια παραμένει και ένα μεγαλύτερο σε ηλικία ζώο προς επιτήρησή τους. Μετά τον απογαλακτισμό τους και μέχρι την ηλικία των 6-7 μηνών τα λυκάκια τρέφονται με μισοχωνεμένη τροφή που εξεμούν τα ενήλικα άτομα επιστρέφοντας στις θέσεις συνάντησης. Μόλις αποκτήσουν τη μόνιμη οδοντοφυΐα τους σε ηλικία περίπου 7 μηνών, αρχίζουν και ακολουθούν την υπόλοιπη αγέλη στις περιπλανήσεις της.

Η θνησιμότητα των νεαρών λύκων είναι πολύ υψηλή και ξεπερνά ακόμα και το 50%. Έτσι αν και ο αριθμός απογόνων ανά γέννα μπορεί να είναι μέχρι και 6 λυκάκια, πολύ λιγότερα από αυτά επιβιώνουν μετά το πέρας του πρώτου χειμώνα της ζωής τους.

Με την είσοδο του χειμώνα η αγέλη εισέρχεται στη λεγόμενη «νομαδική φάση» όπου μετακινείται συνεχώς μέσα στα όρια της επικράτειάς της.

Βιότοπος-και τροφικές συνήθειες.

Ο λύκος είναι ένα από τα πιο προσαρμοστικά είδη μεγάλων θηλαστικών. Η προσαρμογή του σε ποικίλα περιβάλλοντα και κυρίως στον άνθρωπο και στις ποικίλες δραστηριότητές του, οφείλεται κύρια στην μεγάλη ευελιξία της συμπεριφοράς του. Οι λύκοι εκτός από τα ακραία περιβάλλοντα όπου μπορούν να ζήσουν, από τις αρκτικές μέχρι τις ερημικές περιοχές, μπορούν να επιβιώσουν σε περιοχές κοντά στον άνθρωπο και τις δραστηριότητές του.

Δυο είναι οι σημαντικότεροι παράμετροι που καθορίζουν την επιτυχία επιβίωσης: Ο βαθμός ανοχής που δείχνουν οι ανθρώπινες κοινωνίες και ο ρυθμός με τον οποίο συντελούνται οι όποιες αλλαγές στο βιότοπο του είδους.

Γρήγορες και εκτεταμένες στο χώρο αλλαγές, περιορίζουν την ικανότητα και την ταχύτητα προσαρμογής του είδους. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε γρήγορη πληθυσμιακή κατάρρευση, όπως συνέβη στις ΗΠΑ με την έλευση του λευκού ανθρώπου, όπου οι αλλαγές στον βιότοπο του είδους ήταν τόσο δραματικές και γρήγορες (όπως η θεαματική μείωση των άγριων οπληφόρων σε συνδυασμό με το ανελέητο κυνήγι του είδους) που δεν έδωσαν την ευκαιρία στους λύκους να προσαρμοσθούν ανάλογα.

Ανά τον κόσμο, την πιο σημαντική τροφή για το λύκο αποτελούν τα μεσαίου και μεγάλου μεγέθους οπληφόρα- είτε άγρια, είτε κατοικίδια (κτηνοτροφικά ζώα). Ως κατ'εξοχήν σαρκοφάγο ζώο ο λύκος βρίσκεται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας είτε ως θηρευτής ή/και ως νεκροφάγο ζώο. Ο λύκος εμφανίζει τροφική ευελιξία και μπορεί να επιβιώσει κυνηγώντας πολύ μεγάλα σε μέγεθος οπληφόρα όπως η άλκη ή ο βίσωνας, αλλά σε περιοχές ή περιόδους όπου τα μεγάλα οπληφόρα απουσιάζουν, στρέφεται και σε μικρότερα θηλαστικά, κτηνοτροφικά ζώα, σκουπίδια και υπολείμματα από σφαγεία και άλλες ανθρωπογενούς προέλευσης πηγές τροφής.

Η επιλογή βιοτόπου από τους λύκους εξαρτάται πολύ από τη διαθεσιμότητα της τροφής. Πολλοί άνθρωποι έχουν στο μυαλό τους τη ρομαντική εικόνα μιας αγέλης λύκων που ζει στις πιο ακατοίκητες περιοχές, μέσα σε πυκνά δάση μακριά από τον άνθρωπο. Εν μέρει αυτό είναι αληθές, μόνο εφόσον υπάρχει κάτι να φάει εκεί!. Σε χώρες όπου υπάρχει αφθονία φυσικής λείας για το λύκο, όντως οι λύκοι αναλαμβάνουν ευχαρίστως το ρόλο τους ως θηρευτές και ο βιότοπος τους ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τις περιοχές μεγάλης παραγωγικότητας που συντηρούν πληθυσμούς άγριων φυτοφάγων.

Στην Ελλάδα οι πληθυσμοί των άγριων οπληφόρων, που εν δυνάμει αποτελούν τροφή για το λύκο όπως το ζαρκάδι και ο αγριόχοιρος, βρίσκονται σε χαμηλές πυκνότητες στις περισσότερες περιοχές της κατανομής τους. Το ελάφι έχει ουσιαστικά εξαφανισθεί και το αγριόγιδο βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλούς αριθμούς, σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, που έχουν αποκαταστήσει με κατάλληλες διαχειριστικές τεχνικές τους πληθυσμούς τους.

Ο λύκος μέχρι στιγμής στην Ελλάδα, βασίζεται τροφικά στα κτηνοτροφικά ζώα, στους σκουπιδότοπους, τρέφεται από πτώματα ζώων που προέρχονται από σφαγεία, εγκαταστάσεις με σταβλισμένα βοοειδή ή χοίρους και, όχι σπάνια, επιτίθενται σε κυνηγετικούς ή αδέσποτους σκύλους. Έτσι, είναι συνηθισμένες οι εμφανίσεις λύκων στα περίχωρα μεγάλων πόλεων στις παρυφές ή και μέσα σε χωριά, σε καλλιεργούμενες εκτάσεις και γενικά περιοχές όπου μπορούν να βρουν εύκολα τροφή.

Η αγέλη

Ο πληθυσμός του λύκου αποτελείται από μικρές οικογενειακές ομάδες (αγέλες) οι οποίες διατηρούν μια αποκλειστική περιοχή- επικράτεια και οι οποίες δεν επικαλύπτονται παρά ελάχιστα μεταξύ τους. Το μέγεθος μιας αγέλης λύκου στην Ελλάδα αποτελείται από 3-4 άτομα κατά μέσο όρο, ενώ το εύρος ανά τον κόσμο είναι από 2 έως και 42 άτομα!.

Οι αγέλες αποτελούνται συνήθως από το αναπαραγωγικό ζευγάρι και τους απογόνους τους, της ίδιας χρονιάς ή και των προηγούμενων ετών. Έχει παρατηρηθεί ακόμα και παραμονή απογόνων στην αγέλη ηλικίας 4 ετών.

Το μέγεθος της αγέλης εξαρτάται από την ποιότητα, την ποσότητα, τη διαθεσιμότητα της τροφής και την κατανομή της στο χώρο, το μέγεθος του πιο συστηματικά θηρευόμενου είδους, την ανθρωπογενή θνησιμότητα και την πυκνότητα του πληθυσμού του λύκου στο σύνολό του.

Η επικράτεια της αγέλης «περιπολείται» συστηματικά από το αναπαραγωγικό ζευγάρι και υπερασπίζεται από εισβολείς σθεναρά, ενώ υπάρχει ισχυρή τάση για τη διατήρησή της ακόμα και αν μόνο ένα ενήλικο μέλος από την αγέλη παραμείνει σ' αυτήν. Αν και ξένοι λύκοι που εισέρχονται στην επικράτεια συνήθως διώκονται - ακόμα και θανατώνονται, υπάρχουν όμως και αρκετές περιπτώσεις όπου ξένα από την αγέλη άτομα υιοθετήθηκαν από αυτήν και έγιναν μάλιστα και αναπαραγωγικά άτομα.

Η έκταση της επικράτειας μιας αγέλης ποικίλει σημαντικά και εξαρτάται, επίσης, από τη διαθεσιμότητα τροφής, την κατανομή της στο χώρο, τη διαθεσιμότητά στο χρόνο και την πυκνότητα του πληθυσμού του λύκου στην ευρύτερη περιοχή.

Η μικρότερη επικράτεια αγέλης λύκων που αναφέρεται στη βιβλιογραφία είναι 33 τετ. χιλ. ενώ η μεγαλύτερη (Αλάσκα) 6300 τετ.χιλ. Λύκοι-νομάδες που ακολουθούν τα κοπάδια των οπληφόρων στην αρκτική ζώνη κατά τις μετακινήσεις τους, περιπλανώνται σε εκτάσεις μέσου μεγέθους 63.000 τετ.χιλ έκταση ανάλογη με αυτή της ηπειρωτικής Ελλάδας. Βέβαια στις περιπτώσεις αυτές, οι τεράστιες αυτές εκτάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επικράτειες.

Στην Ελλάδα με τα δεδομένα που έχουν μέχρι στιγμής συγκεντρωθεί από την κατανομή γειτονικών αγελών στο χώρο, καθώς και από περιορισμένη εφαρμογή της ραδιο-τηλεμετρίας , το μέγεθος των επικρατειών κυμαίνεται από 100 έως 300 τετ.χιλ.

Αντίθετα με ότι πιστεύεται από αρκετούς κτηνοτρόφους, οι λύκοι στην Ελλάδα δεν ακολουθούν τα κοπάδια ελεύθερης βοσκής κατά τις μετακινήσεις τους. Οι αγέλες που μέχρι στιγμής έχουν μελετηθεί, πέρα από εποχιακές μικρές σχετικά μετακινήσεις και μικρές μετατοπίσεις της επικράτειάς τους, παραμένουν όλο το χρόνο στην ευρύτερη περιοχή της.

Τα όρια μιας επικράτειας «διαφημίζονται» τακτικά από το αναπαραγωγικό ζευγάρι τις αγέλης με οσφρητικά και ακουστικά μηνύματα. Τα ζώα ουρούν ή αφήνουν περιττώματα σε χαρακτηριστικά σημεία της επικράτειας τους (διασταυρώσεις, ράχες, διάσελα) και κυρίως στην περιφέρεια της, ενώ με το ουρλιαχτό επίσης προειδοποιούν σε πραγματικό χρόνο για την παρουσία τους άλλα άτομα λύκου ξένα προς την αγέλη σε αποστάσεις μεγαλύτερες από 10 χιλιόμετρα . Το σημάδεμα της επικράτειας με ούρηση ή περιττώματα, δίνει πληροφορίες για το φύλο, την φυσική κατάσταση και την αναπαραγωγική κατάσταση του κάθε ζώου. Γδαρσίματα, επίσης, στο έδαφος αφήνουν οσφρητικό αποτύπωμα προερχόμενο από αδένες ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών.

Οι μηχανισμοί αυτοί έχουν εξελιχθεί έτσι ώστε να αποφεύγεται η συνάντηση των γειτονικών αγελών και να περιορίζονται οι απώλειες από τις συγκρούσεις μεταξύ τους. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις όπου άτομα από μια αγέλη μπορεί να εισέλθουν στην περιοχή της γειτονικής τους αγέλης με αποκλειστικό σκοπό την εκδίωξη ή θανάτωσή τους για την προσάρτηση εκτάσεων στην επικράτειά τους και την εκμετάλλευση τροφικών πηγών .

Διασπορά πληθυσμού.

Η ανάγκη για αναπαραγωγή και ο ανταγωνισμός μέσα στην αγέλη για τροφή οδηγεί σταδιακά όλους τους απογόνους ενός αναπαραγωγικού ζευγαριού μιας αγέλης στο να εγκαταλείψουν την περιοχή όπου γεννήθηκαν (διασπορά).

Διασπορά ατόμων από την αγέλη συμβαίνει συνήθως μετά το πρώτο έτος της ηλικίας τους μερικές φορές αρκετά νωρίτερα (6 μηνών) ή και πολύ αργότερα. Κατά τη διασπορά, ένας λύκος μπορεί να διανύσει πολύ μεγάλες αποστάσεις προς αναζήτηση κενής περιοχής για εγκαθίδρυση άλλης επικράτειας ή προς αναζήτηση διαθέσιμου συντρόφου ή άλλης αγέλης, ανάλογα με την ηλικία του. Ένα ποσοστό των λύκων που κάνουν διασπορά, δεν ενσωματώνονται σε κάποια αγέλη ή δε δημιουργούν δική τους, αλλά περιπλανώνται διακριτικά, μεταξύ των επικρατειών διαφόρων αγελών (μοναχικοί λύκοι) και συνήθως αντιπροσωπεύουν το 5 με 20% του συνολικού πληθυσμού του είδους σε μια περιοχή. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμα δεδομένα από διαδρομές διασποράς. Από τη σχετική όμως βιβλιογραφία οι αποστάσεις κυμαίνονται από λίγα έως και 800 χιλ!.

Ο λύκος στην Ελλάδα.

Η κατανομή του είδους στην Ελλάδα καλύπτει σημαντικό μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το είδος ήταν παρόν και στην Πελοπόννησο μέχρι την δεκαετία του 30. Η γεωγραφική απομόνωση της Πελοποννήσου απέτρεψε την όποια μετακίνηση ατόμων λύκου από την ηπειρωτική χώρα συντελώντας σημαντικά στη μείωση και την τελική εξαφάνιση του είδους, σε αντίθεση με τους ηπειρωτικούς υποπληθυσμούς που βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τους πληθυσμούς της Αλβανίας, της FYROM και της Βουλγαρίας, συνιστώντας έναν ενιαίο πληθυσμό λύκου που εκτείνεται έως και την ανατολική Ευρώπη.

Η συνολική έκταση της κατανομής του είδους είναι περίπου 36.000 τετρ.χιλ. και περιλαμβάνει κύρια ημιορεινές και ορεινές περιοχές αλλά και πεδινές περιοχές που συνορεύουν με ορεινούς όγκους.

Ο πληθυσμός του λύκου στην Ελλάδα, (δεδομένα 1999) εκτιμάται σε περίπου 700 άτομα (φθινοπωρινή περίοδος). Ο λύκος βρίσκεται σε σχετικά χαμηλές πυκνότητες στη χώρα μας που κυμαίνονται από 1-3 άτομα ανά 100 τετρ.χιλ. και είναι παρόμοια με άλλων Μεσογειακών χωρών.

Το πιο σημαντικό όμως δεδομένο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τη διατήρηση ενός πληθυσμού μεγάλου θηλαστικού, είναι η τάση του πληθυσμού- αν δηλαδή αυξάνεται ή μειώνεται. Καθώς δεν γίνεται συστηματική παρακολούθηση και καταμέτρηση του πληθυσμού του είδους στην Ελλάδα είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η τάση του πληθυσμού σε όλη την έκταση της κατανομής του είδους. Ο λύκος έχει επανακάμψει κύρια στη Στερεά Ελλάδα, με επανεμφανίσεις ή πιο σταθερή παρουσία (αναπαραγωγή) τα τελευταία 20 χρόνια. Πιθανότατα η επανάκαμψη του λύκου στη Στερεά Ελλάδα, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη βελτίωση της ποιότητας του βιοτόπου για το είδος. Σε αρκετές περιοχές η μείωση της υπερβόσκησης από κτηνοτροφικά ζώα, οδήγησε στη δημιουργία περισσότερων ήσυχων και ασφαλέστερων περιοχών για ανάπαυση και αναπαραγωγή του είδους.

Η αύξηση αυτή της έκτασης της κατανομής, μπορεί να οδηγήσει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός του λύκου έχει αυξηθεί στο σύνολό της κατανομής του στην Ελλάδα. Σε αντίθεση όμως με την Στερεά Ελλάδα, φαίνεται ότι ο πληθυσμός του είδους έχει μειωθεί σε άλλες περιοχές και ιδιαίτερα στην οροσειρά της Πίνδου.

Conflicts with humans

Wolves cause considerable damage to livestock in Greece. For the year 1998, about 1503 cases of damages caused by wolves and/or dogs were compensated from the national farmers’ insurance authority (ELGA). From the analysis of the data derived from the same source and for the years 1996-1998, it follows that the areas with no wolf presence have seven (7) times less damage (measured at attacks per 1000 sq.km) compared to areas with regular use presence. Stray/ferral dogs probably cause damages to livestock in the former areas. 

Confirmed attacks to small livestock (sheep and goats) amount to 48% of the total attacks.  The percentage of attacks to cattle and calves is about 47%, while about 5% of the attacks concern mules, horses and donkeys. Wolf attacks to dogs are also common in certain areas and seem to be a local habit/adaptation of specific wolf packs.

wolf attacks

Surplus killing its also common in all wolf-occupied areas, but the total percentage of these cases is low. The total amount of money that was paid as compensation for Canidae damage to livestock in the municipalities were wolves exist, is approx. 205 million GDR (about 603.000 US$) per year (mean value for the period 1996-1998).  For the year 1998, 880 cattle of all age classes were compensated (245.000$), 2908 goats (150.700$) and 2986 sheep (170.455$). There is a minimum level of damage to livestock below which no compensation is given. This is four sheep/goats or one calf with more than one year of age. Thus, many small attacks are left uncompensated, which when added over a year can result in a serious loss of animals and income.

The most common preventive methods include nighttime enclosures, restriction of young animals from free-grazing, attendance of the flocks by the shepherds and use of guarding dogs. The last practice has been a tradition for thousands of years that is nowadays declining, mostly due to the changing methods of grazing. Furthermore, the traditional breed of the Greek Sheepdog, which is ideally adapted for that role, is almost extinct due to crossbreeding with stray dogs and neglect by shepherds and State alike.


Threats to the species

Human-caused mortality appears to be one of the main threats for the wolf, as the species is extremely well adapted to the degradation and constant changes of its habitat. Although the wolf is a protected species in Greece since 1991, official control is rare and only in cases where confirmed damages to livestock are reported. Actually, this kind of control rarely occurs. During the period 1995-1997 only 17 wolves were killed by authorized permission and all were in the same controlled hunting reserve. Thus, official hunting data cannot contribute to an estimation of the numbers of wolves killed each year.

From the analysis of 415 cases of of human-caused wolf fatalities reported by local people (direct evidence) during years 1990-1998, a total of 555 killed animals were found. 448 of these where adult and/or yearlings and 107 were pups. Since the killing of wolves is prohibited by the Greek legislation, many people are afraid to give data for dead wolves, so it is not possible to make an accurate estimation..


The methods presented at the graph are the following:

  1. Accidental meeting with wolf (0.2%).
  2. Accidental death of wolf after collision with automobile ( 3.5% ).
  3. Death of wolf after ingesting poisoned bait ( 7.2 % ).
  4. Killing of wolf pups at / or near wolf dens after accidental or by purpose discovery ( 8.5% ).
  5. Killing of wolf with rifle after an ambush near a wolf- killed livestock carcass ( 10.6% ).
  6. Killing of wolf with rifle during hunting season for other game species - especially during wild boar hunting (14.2 %).
  7. Killing of wolf with rifle with or without shepherd dog assistance, during or soon after wolf attack to livestock (23.5%).
  8. Killing of wolfs with rifle after organized drive hunts especially for wolves (32.4%).

The most common methods used to kill wolves are shotguns and poisoned baits. Although the latter method has been officially completely banned since 1993, it is still widely practiced in rural areas for predator control. Together with wolves, other wildlife species die from the baits (bears, birds of prey), as well as domestic animals (shepherd and hunting dogs). A small percentage (3.5%) of wolf deaths is attributed to road accidents.

Habitat fragmentation mainly due to the construction of large-scale works presents another danger for the wolf population. High-speed motorways without “green bridges” or wildlife under-passages are an unsurpassable obstacle that isolate sub-populations and prohibit gene flow between neighbouring packs. In some cases this can lead to extensive in-breeding and genetic deterioration of the sub-population.


Wolf is classified as a vulnerable species according to the red data book of Greek Fauna. It is protected since 1991, but law enforcement is rare. Local forestry services usually "accept" illegal killing of wolves by shepherds or poachers, which is very widespread and common in the whole wolf range. This situation is accepted by local forest services usually due to the high rates of wolf damage. Illegal killing of wolves is considered a way not only to reduce damages to livestock, but also mainly to reduce tensions. Moreover, as the existing compensation system does not cover the majority of wolf depredation events and official involvement in damage prevention activities is negligible, there is nothing left to do than allowing illegal wolf control. Even in the few cases where legal wolf control takes place, this is not based on biological or other well-defined criteria. Most local inhabitants, including local forestry service personnel, consider the total protection of the wolf controversial and undesirable.

Only in cases where persecution of wolves becomes widely known through media (TV), are competent authorities forced to enforce the relevant legislation.


Iliopoulos Giorgos- Dr. of Biology

Scientific Associate of Callisto


Τρέχοντα Προγράμματα